.




Απολείπειν


Όλα τα κείμενα του Κρήνη Αθανάσιου
αποτελούν πνευματική του ιδιοκτησία.

Απαγορεύει
την με οποιονδήποτε τρόπο
 και για οποιονδήποτε λόγο
  αναδημοσίευσή τους ή έκδοσή τους
εντός της Ελλάδος ή/και στην ελληνική γλώσσα.

Αντιθέτως επιτρέπει
την ελεύθερη αναδημοσίευση τους ή έκδοση τους,
με απλή αναφορά στον δημιουργό,
σε οποιαδήποτε άλλη χώρα πλην της Ελλάδος
και οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής.


...                                                                                                      Kaiserslautern, 12/5/2009













































Εγερτήριο




Κι αν
δεν ήταν τα λίγα περιστέρια
που αψήφησαν
την αντάρα της θάλασσας
(ή μήπως ήταν γλάροι;)
μπορεί ο ήλιος να μην ξανάβγαινε
μπορεί η μέρα να μην ξαναξημέρωνε
μπορεί όλοι εμείς
περιστέρια
μες στην αντάρα της θάλασσας.
                               
                                   .[Καβάλα, 1982 - 1987]





























































Είναι μια ώρα



Είναι μια ώρα που οι λέξεις επιμένουν
να 'ρχονται αντίκρυ στων ματιών μου τα χαράγματα
τότε που οι μύθοι πλημμυρίζουν κι ανεβαίνουν
και μιας ανέσπερης γιορτής καλούν τα θαύματα.

Τις νύχτες που στρατεύονται οι φόνοι
και μπαίνουν μες στις πόλεις ν' αλητέψουνε
και κρύβεται στα δόντια μου ένα αηδόνι
να μην το βρουν, να μην το μακελέψουνε.

Τότε ραγίζει η δημοσιά απ' άκρη σ' άκρη
και συλλογιέμαι του νερού το χρώμα το άνισο
τότε μιας γέρικης φτελιάς λάμπει ένα δάκρυ
κι αντιφεγγίζουν οι σκιές μες στην παράδεισο.

Είναι οι ώρες που εκδράμουν οι εμπόροι
και το συμφέρον στην ματιά έχουν για έμβλημα
τότε που σφάζουν στα χωριά ένα κοκόρι
και στα θεμέλια με παπά θάβουν το έγκλημα.

Την ώρα που ξυπνάει το ρυάκι
κι οργίζομαι για τα όνειρα που χάλασα
και στέλνει το βουνό με ποταμάκι
αγύριστα γλυκά φιλιά στην θάλασσα.

Κι είναι ένα μέρος του μυαλού που κρουσταλλιάζουν
μες στην σιγή του ήλιου τα μελλούμενα
ξεσπούν μεμιάς στον κόσμο, τον αλλάζουν
και τον ανθίζουν στα καλά καθούμενα.

Τα φύλλα όταν σκορπίζουν στο αεράκι
κι απλώνει ο άνεμος της λήθης τα ερείπια
μια σπίθα γης μεστώνει ένα κλαδάκι
κι αρχίζουν πάλι τα πουλιά τα επινίκια.


                                                [Σείριος, καλοκαίρι 2008]


























Διαδρομή


Μάζεψα στον άνεμο πνοές

φωνές μικρών πουλιών
και χυμούς ευωδιαστών ερώτων
απίθωσα τυφλός
πάνω στο χαμηλό θυσιαστήρι.
Μήνες μετρώντας έντεκα
στα ηλιοτρόπια της λήθης
τον μόσχο τον χρυσό εγκολπώθηκα
τις κουκουβάγιες τις ευτραφείς
των πρυτανείων εκέλευσα.

Απόρησα.
Πώς χώρεσε το μέγα πλήθος
σε μια σκλήθρα ουτοπίας;

Ζύμωσα
με θυμάρι και αγιόκλημα
οπτασίες άλαλων παιδιών
στα καλντερίμια.
Έπλασα ψωμί γλυκό της ξεγνοιασιάς
-σώμα και αίμα Διονύσου-
προσφορά στον εσπερινό
κάποιου μαρτυρίου
μακρινού και ακατάληπτου.

Μιας μεταπολίτευσης 
τα άστρα εμέτρησα
στα πολύγωνα, πολύφρακτα 
σκαλοπάτια,
στις πλαστικές ιριδίζουσες αψίδες
και στους κίονες
με τις τραχιές χαραγματιές της ιστορίας.

Ένοιωσα.
Οι στρατιές των αθώων ριγώντας
παλιννοστούσαν στο εξαγνισμένο έρεβος. 

                               [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]
















Αι γενεαί πάσαι


Χώμα εύφορο

και στάχτη στιλπνή
φερμένα από τις εσχατιές
του χρόνου.

Σπόρος και έρωτας
διάτρητες οσμές
ονειρεμένων τόπων
Όνειδος ελπίδας
σε στίγμα χαράς.

Η μοίρα ανύπαρκτη.
Ο κυκεώνας των στιγμών δικαιωμένος
του αβέβαιου θάμπωσε
την άφθαρτη όψη.

Κι αχολογούν τα τέκνα
της πολύπαθης αυγής
των σωμάτων η κλαγγή
καθώς σιμώνει.

Μια εξέγερση. Μία σιγή.
Μια μεγάλη αρμαθιά από σκοτωμένους.
Στο ξόμπλι της υφάντρας
που την φώναζαν αλκή
κεντάει χαρωπός ο θάνατος.

Ερημιά,
συρίγγιος βρυχηθμός των γεγονότων
σαν άλλος χορός των αμπελιών
πάνω στην υψικάμινο.

Σπονδές,
στην διάφανη πληγή
λωλού φτενού
Απρίλη.

                                                   [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]


















Ο θρήνος του Διογένη



Κι ας κρένει ο κόσμος.

Σαν η φουσκοθαλασσιά αντιχτυπάει
περιγελώντας
το λυπηρό, αναπάντητο
ορμήνευμα των βράχων

κι όταν όλων των άστρων
και των βυθών της θάλασσας
οι βρισιές και οι κατάρες,
απόκοσμα νωχελικά
συνθλίβουν τις λύπες μου

- ανελέητα -

τότε που μετουσιώνεται ο ήλιος
και που φως με σκότος
ένα γίνονται
κι όταν παντού πλανιέται άρρηκτα
δεμένη με το χώμα
μια ύπουλη, αστάθμητη νότα
στ’ αραχνιασμένα της ψυχής υπόγεια
την ελπίδα ψάχνοντας να βρει

αχνοπατώ.
Μην τύχει και ξυπνήσουν
της ζήσης μου οι ανομίες.

Και ίδιος Κύκλωπας
με το 'να της καρδιάς το μάτι
που στα βουνά μάχετ' αγέρωχα
νυχτομερίς τα κάστρα
και με λαχτάρα ανείπωτη
στους έρωτες του ονείρου κυλιέται
που άξιος περπατητής
μέσα στου κόσμου τα χωριά
γκρεμίζει των σπιτιών τους τοίχους
και σαν αγέρας αντιγυρίζει μονομιάς
βία, αβανιά και ψέμα

μ’ αυτό το μάτι μου θαμπό
απ’ της ψυχής το τρέμουλο
και με τα χέρια απόκοσμα
ομπρός μου απλωμένα,
τυφλοπατώντας άβουλα
μες στα στενά του μόχθου

ψάχνω φθόγγους
και ψάχνω αριθμούς
να γράψω το όνομα μου.


                 [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]




















Η μπάντα


 


Η μπάντα των μικρών παιδιών προχωρούσε.

Όλη η πολιτεία μια αποφλοίδα σημύδας
το αίμα παγωμένο στα περβάζια
και τα τραγούδια των γέρων
όμορφα από καιρό,
χόρευαν ξεραμένα
στους έρημους βάλτους.

Ο κουρνιαχτός των ημερών
ποδοβολούσε στον ορίζοντα.
Τράνταζαν οι κόρες των ματιών μας
κύρτωνε στο διάβα η ερημιά
κι έδιωχνε απ' τις αλήθειες την ελπίδα.

Η μπάντα των μικρών παιδιών
πέρναγε στο βάθος τα σοκάκια.
Να ο μικρός τυμπανιστής
ανάμεσα στους πρώτους,
κρατάει τον ρυθμό και πάει...

Στις γρίλιες των δρόμων έχασκαν φύκια
τα ξύλινα παγκάκια στάχτη δακρύζοντας
αγκύλωναν νόστους κραταιούς.
Στα ύποπτα σύννεφα φλέγονταν
ο μέλανας χορός και το ξύδι.

Ήταν παράξενες εκείνες οι ώρες.
Ένας βρυχηθμός
της μνήμης μέσα στο σύθαμπο,
η σκέψη απόδρασης μέσα στο άζωτο
και πάλι, ένα πουλί που ανοίγοντας
τα φτερά του και μένει.

Η μπάντα των μικρών παιδιών
σε σειρά στα στενά κελαηδούσε.
Να η ναζιάρα η Αργυρώ
με το ωραίο της φλάουτο,
χαμογελάει και παίζει...

Ο καπνός των χαλασμάτων φώτιζε

τα υμέναια πρόσωπα,
σπιθαμή λύπης άλικης για να σταθείς
πάνω στο ξίφος.
Παντού χαμόγελα και τερηδόνα πολλή
γύρω από τις λέξεις.

Στρυφνή πανδουρίδα γελούσε στα δάση

κι ο ορμαθός της σήψης σαΐτωνε
το φως.
Μιας ανείπωτης πέτρας το ξέσπασμα έρεε
στα κλειστά δάκρυα των χεριών
και στο χνούδι.

Η μπάντα των μικρών παιδιών
σαν τσιρίδα μυρτιάς προχωρούσε.
Να ο αρχηγός ο Παντελής
να κι ο χαζός ο Λιάκος,
με τα κοντοπαντέλονα...

Στο γέρμα του απόβραδου 
καλπάζαν άσπρα άλογα
και στρατεύματα χαλκέντερα
με εμβατήρια πρόστυχα 
και αραβίδες μπιστικές
περνούσαν για αιώνες
έξω από την πόρτα μας.

Έπαιρναν τότε φωτιά τα γηραιά ναυάγια
αργοπυρώναν οι ακτές
και στου Θεού το πρόσωπο 

γρίφος στικτός:
ποιο να 'ναι εκείνο το ποίημα
που το ρίχνεις στα θεμέλια
και εκρήγνυνται κόσμοι;

Μα η μπάντα των μικρών παιδιών
με μαρς χαρωπό προχωρούσε.
Να η Μαρία, να η Φωφώ
ο Νικόλας και η Τασούλα,
φυσούν μες στις τρουμπέτες τους...

Ας ήταν.

Ο χρόνος κυλούσε θρασύς,
έτσι πάντως ελπίζαμε. 
Κι αυτό θα περάσει.
Δεν μπορεί, δεν είν' το αίμα μας,
ας κυλήσει.
Στην παλιά ρεματιά, στον νεραϊδόμυλο
ας κυλήσει.
Εμείς δεν θα 'μαστε ποτέ. 
Ευλογημένος ο Ερχόμενος.

Και η μπάντα των μικρών παιδιών προχωρούσε.

Να ο μικρός τυμπανιστής
ανάμεσα στους πρώτους.
Με το κομμένο του ζερβί
κρατάει τον ρυθμό και πάει.
Να η ναζιάρα η Αργυρώ
με το ωραίο της φλάουτο
και την σφαίρα
ανάμεσα στα μάτια.
Χαμογελάει και παίζει.
Να ο αρχηγός ο Παντελής,
να κι ο χαζός ο Λιάκος,
με τα κοντοπαντέλονα
και τα λειωμένα πόδια.
Να η Μαρία, να η Φωφώ,
o Νικόλας και η Τασούλα.
Φυσούν
μες στις τρουμπέτες τους
βγαίνει το αίμα από το στόμα.

Ήμασταν όλοι μας
εκεί
παρόντες στους αιώνες.
Χειροκροτούσαμε, ναι,
βλέποντας τούτο που ήμασταν
να φεύγει μακριά μας...

H μπάντα των νεκρών παιδιών προχωρούσε.

 
                                                    [Σείριος, Νοέμβρης 2008]

































Αντικατοπτρισμοί



Ας έρθουμε τώρα

στην έρημη χώρα
με μνήμες παλιές να βρεθούμε,
στων σπόρων τα χόρτα
στων πλοίων τα πόρτα
κουρσάροι ξανά να ντυθούμε.

Μιας λίμνης η πέτρα
σε κύκλους που απλώνει
τρυπάει ξετρυπάει τα όνειρά σου.
Του φόβου σου, βιάσου,
το ψέμα σιμώνει
για νίκες τις ήττες σου μέτρα.

Τα μάτια γυαλίζεις
στα τραίνα σφυρίζεις
και βάρκες σκορπάς μες στα δάση
με γέλια επιμένεις
τους ίσκιους να δένεις
τρελή μηχανή κι ας χαλάσεις.

Μιας πέτρας το τζάμι
που σπάει και σκορπίζει
τον κόσμο όπως είναι θα δείχνει.
Με αμέτρητα ίχνη
ο δρόμος γεμίζει
σαν στάλες βροχής στην παλάμη.
 
..................................[Σείριος, Ιούνης 2008]








































Παραφερνάλια

.
Κουρνιάζω μόνο ένα λεπτό
στον άσπρο σου λαιμό
κι εκεί στον κόρφο σου θωρώ
του γαλαξία αερικό.
Μου φέρνει γνώση από παλιά
την θηλυκή σου τη λαλιά
κι όπως το φως σου μ' ακουμπά
γυμνός χορεύω στη νυχτιά.

Παραφερνάλια, παραφερνάλια
φίλτρα του έρωτα μαγγάνια, κάλια
των άστρων ηδονές η Ρόζα, η Θάλεια
παραφερνάλια, παραφερνάλια

Φλογίζω με γαμψύ φτερό
τον ήλιο και τον ουρανό,
μέσα στον χρόνο ακολουθώ
τους Διόσκουρους με την Αργώ
που ξένοι είναι τώρα πια
δίχως πατρίδα και δουλειά,
τυφλός διαβάτης με κοιτά
μ' ένα σανδάλι προσπερνά.

Παραφερνάλια, παραφερνάλια
της μνήμης όστρακα γυμνά, ενάλια
συνοδοιπόροι σε κρυφά παράλια,
παραφερνάλια, παραφερνάλια

                                 [Χαμολιά, Ιούλης 2004]












































Επιμύθιο


Θιακέ τυφλέ
,
που κίνησες λαγγεύοντας
το νόστιμο αδυσώπητο
αλαργινό ταξίδι
τ' όλο που βγάζει στ' ανοιχτά
και τελειωμό δεν έχει.

Λίγοι
συντρόφοι σου πια οι πιστοί
πλάνητες τρελοί κι αλήτες
με πύον να μπολιάζουνε
(βρώμικοι στ' αμπάρια)
τα κουπιά σου.

Κι αμέτρητοι
των ίσκιων σου οι ναυβάτες,
τελώνες και αργυραμοιβοί
να χρυσώνονται στις αγορές υμνώντας
(ωραία συσκευασμένη)
την αρμύρα σου.

                            [Σείριος, 22 Μάη 2008]







































Πέτσινα ρεζερβουάρ

.
Σε δημοσιά τα μεσάνυχτα
φωτισμένη και μάταιη
κοντράρεις το τέλος του χρόνου.

Γρούζει η σαρκή μηχανή σου.
Στη σέλα του ίλιγγου
βιάζεις τα γκάζια της.

Μυστήρια της μνήμης
πυρωμένα αποθέτεις
στα ριζιμιά των πηγών
που αναβλύζουν στο αίμα σου.

Χωλές αμαρτίες του αύριο
ν' αρνιέσαι επιμένεις.
Τον δύσποτμο Σκύθη λογχίζοντας
μυρωμένος μετάλαβες
του άχραντου θανάτου.

Η σκέψη ποτάμι που τρέχει
σε ισχνές διεγέρσεις του απείρου
αυτή με ριπές σε εξυψώνει.
Τεταρτημόρια άστρων
μπροστά σου απλώνει
και γράφει:

Είναι ίσως ακόμη μακρύς
ο δρόμος για σένα
ή μπορεί και να χάθηκες
σε κάποια στροφή του
καθώς βιαζόσουν
να φθάσεις στο τέρμα του.



................................[Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]





























Σε λένε πόρνη



Νεφέλη της φωτιάς και του νερού
μιας πικραυγής σβησμένο κρίνο,
μικρή πουτάνα της βροχής
της βρισιάς, της ψευταγάπης,
αίρεις μα δεν το ξέρεις
τις κρυφές ουρές των ανθρώπων.

Για εσένα πέσαν οι μοχλοί
εσένα δέσαν οι ιμάντες.
Μια μηχανή εσύ έξω απ' τον χρόνο

καρφωμένη, κέρινη
να ασβολώνει ο γδυρμός
σεμνών νοικοκυραίων.
Κόρη αλατένια, ποθεινή
προπληρωμένο σφάγιο
σε δημόσια βιαστήρια.

Άναψε πάλι κόκκινο
το αιμάτινο φωτάκι των νεκρών
στην πόρτα της Γεθσημανής σου
και να, κυρτώνουν τα μάτια μου.
Ως ν' αγρικώ σωπαίνοντας
μες στο σμιγάδι των ορμών
την εύθραυστη σιγή σου
κι ως ασκητής να ασπάζομαι
το σιδερένιο σου πρόσωπο.

Ύλη σεπτή το δάκρυ σου
που θάλπει τα εγκόσμια,
αγάπη αλατόμητη
σε σπαραγμένα στήθη.
Υψώνεσαι και ορίζεις
το νάμα του αμνού
μα απ' τους βωμούς των εστιών
θα είσαι πάντα απόβλητη.

Λευκό πουλί της οιμωγής
συγχώρα με το χάραμα
στην βασιλεία των λυγμών σου
πάντα σου στάθηκα μακριά
πάντα εξ' αριστερών σου.
Αλλόφυλοι οι φόνοι μου
στην κάθε μου στιγμή
κι εσύ ήσουν στόχος άπλερος.

Τώρα τραβάς για το κενό
και το αργυρό τετέλεσται
να λάβεις ως αντίδωρο
τριάκοντα σουδάρια
και μία πέτρα στιβαρή
για Αχερουσία πύλη.

Μην προσδοκάς ανάσταση,
αρκεί ο θάνατος σου.

Θυμήσου,
οι άνθρωποι αποστρέφονται
με κλήρο όσους διάλεξαν
να πιουν την ενοχή
και την οσμή του Κάιν
να κρύψουν στην θυσία τους.

Σε λένε πόρνη 

αλλ' εγώ
θα σε ονομάζω Πιετά.

Και στο κατόπι σου θα ανθίζω.
                                

                                 .[Σείριος, Οκτώβρης 2008]






















































Παράβαση

.
.
Πέστε τους
πως το σπουδαίο ποίημα συντρίμμια εγίνει

και χάσκει έρημος της ομορφιάς του ο σκοπός.

Παν' τα ψηλά νοήματα, οι μουσικές μέσ' απ' τις λέξεις·

δεν κελαρύζουν πια οι ήχοι στο χαρτί.



                                                                 [Σείριος, Ιούνης 2008]













.














































ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΜΟ 1



Αρνιέμαι το «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι».
 
Λίγους ανθρώπους θέλω σ΄ αυτόν τον γαλάζιο σβόλο από χαλαζία του σύμπαντος, 
που τον λέμε Γη.

Όχι λίγους και καλούς. Αλλά λίγους για να ΄ναι
όλοι πολύτιμοι. 
Κανείς να μην περσεύει. Κανένας που να μην αξίζει γι΄ αυτόν η μέγιστη επένδυση όλων. 
Τι ό,τι περισσεύει, περιττεύει με τον καιρό και σαν αχρησιμοποίητο σκεύος που ταπεινώθηκε αδικαίωτο, παραπετιέται στο σκότος.

Λίγοι λοιπόν. 

Λίγοι ίσως πεις σε σχέση με σήμερα. Μα τόσοι ακριβώς κατά πόσοι πρέπει: όσους χρειάζεται ο πλανήτης αυτός, να διακονούν την ευτυχία του.


                                                                                                                           [Χαμολιά, Ιούλης 2004]