Η απέναντι όχθη




Εκεί στην απέναντι όχθη βασιλεύει η ευτυχία
εκεί στην πέρα άκρη λάμπει ο ήλιος
και πρόσωπα ρόδινα χτίζουν νέες ελπίδες,
δέντρα ψηλά πράσινα και παπαρούνες
αρμονικά ζωγραφισμένες
στις πηγές τις ασημογέννητες.
Εκεί στην πέρα όχθη είναι η χαρά.

Πρόσωπα σκληρά χαρακωμένα κουρασμένα
χέρια λεπρισμένα
με εξανθήματα αιμάτινων στοιχείων.
Τα μάτια μας άχαρα μεγάλα και αδειανά.
Βάλαμε πλώρη για το αύριο
πάνω στην αβέβαιη σχεδία
της ελπίδας και των φόβων.
Άσεμνο παιδολόι που ψάχνει τον ήλιο.

Τα σώματα γεμάτα πληγές και κατάγματα μίσους
αλλ’ η αύρα της ζήσης στάζει γλυκιά στα χείλη
και τα μάτια κλεισμένα σε άχαρους κύκλους
βλέπουν γεμάτα έκσταση την ροδαυγή.
Αγέρηδες μανιάζοντας χτυπούν στ’ ακροθαλάσσι
κι ανείπωτες γοργόνες σέρνουν πινδαρικούς ύμνους
στον οίστρο των ονείρων μας
όμως τα κύματα ψηλά κι αδιάλλακτα
και είναι μακριά η πέρα όχθη.

Τα χέρια σπρώχνουν το κουπί της ζωής
το σκεβρωμένο απ’ την αλμύρα του ποταμού
που πόθησε την θάλασσα κι ενώθηκε μαζί της.
Όλο το είναι μας για έναν σκοπό:
εκεί στην πέρα όχθη φέγγει κάποια ελπίδα.
Κι όλο πλησιάζουμε με το φύσημα
το γλυφό του ιδρώτα που στάζουν τα μέτωπα
κι όλο δαιμόνοι αλλάζουν την μοίρα μας
μας βγάζουν απ’ τον δρόμο
και χορεύουμε τον χορό των κανονιών.

Κι ο χρόνος περνά και φεύγουν τα κύματα
ολοένα πλησιάζουμε στην απέναντι όχθη
ολοένα φεύγουμε απ’ αυτήν.
Σύννεφα γλιστρούν ψηλά
η μέρα πάει να γλυκάνει
ομίχλη σκέπασε τα ταραγμένα νερά
και αποκοίμισε τους κόπους της ζωής μας.
Προσμένουμε, με την ψυχή κολλημένη παράφορα
στο κάτω αχείλι
ν’ αλλάξει η μοίρα μας να δούμε στην ομίχλη.
Χρόνια τώρα.

Που να ‘ναι άραγε η πέρα όχθη; 


..............           ..................[Καβάλα, 1982 - 1987]