Είναι μια ώρα



Είναι μια ώρα που οι λέξεις επιμένουν
να 'ρχονται αντίκρυ στων ματιών μου τα χαράγματα
τότε που οι μύθοι πλημμυρίζουν κι ανεβαίνουν
και μιας ανέσπερης γιορτής καλούν τα θαύματα.

Τις νύχτες που στρατεύονται οι φόνοι
και μπαίνουν μες στις πόλεις ν' αλητέψουνε
και κρύβεται στα δόντια μου ένα αηδόνι
να μην το βρουν, να μην το μακελέψουνε.

Τότε ραγίζει η δημοσιά απ' άκρη σ' άκρη
και συλλογιέμαι του νερού το χρώμα το άνισο
τότε μιας γέρικης φτελιάς λάμπει ένα δάκρυ
κι αντιφεγγίζουν οι σκιές μες στην παράδεισο.

Είναι οι ώρες που εκδράμουν οι εμπόροι
και το συμφέρον στην ματιά έχουν για έμβλημα
τότε που σφάζουν στα χωριά ένα κοκόρι
και στα θεμέλια με παπά θάβουν το έγκλημα.

Την ώρα που ξυπνάει το ρυάκι
κι οργίζομαι για τα όνειρα που χάλασα
και στέλνει το βουνό με ποταμάκι
αγύριστα γλυκά φιλιά στην θάλασσα.

Κι είναι ένα μέρος του μυαλού που κρουσταλλιάζουν
μες στην σιγή του ήλιου τα μελλούμενα
ξεσπούν μεμιάς στον κόσμο, τον αλλάζουν
και τον ανθίζουν στα καλά καθούμενα.

Τα φύλλα όταν σκορπίζουν στο αεράκι
κι απλώνει ο άνεμος της λήθης τα ερείπια
μια σπίθα γης μεστώνει ένα κλαδάκι
κι αρχίζουν πάλι τα πουλιά τα επινίκια.


                                                [Σείριος, καλοκαίρι 2008]