Ο θρήνος του Διογένη



Κι ας κρένει ο κόσμος.

Σαν η φουσκοθαλασσιά αντιχτυπάει
περιγελώντας
το λυπηρό, αναπάντητο
ορμήνευμα των βράχων

κι όταν όλων των άστρων
και των βυθών της θάλασσας
οι βρισιές και οι κατάρες,
απόκοσμα νωχελικά
συνθλίβουν τις λύπες μου

- ανελέητα -

τότε που μετουσιώνεται ο ήλιος
και που φως με σκότος
ένα γίνονται
κι όταν παντού πλανιέται άρρηκτα
δεμένη με το χώμα
μια ύπουλη, αστάθμητη νότα
στ’ αραχνιασμένα της ψυχής υπόγεια
την ελπίδα ψάχνοντας να βρει

αχνοπατώ.
Μην τύχει και ξυπνήσουν
της ζήσης μου οι ανομίες.

Και ίδιος Κύκλωπας
με το 'να της καρδιάς το μάτι
που στα βουνά μάχετ' αγέρωχα
νυχτομερίς τα κάστρα
και με λαχτάρα ανείπωτη
στους έρωτες του ονείρου κυλιέται
που άξιος περπατητής
μέσα στου κόσμου τα χωριά
γκρεμίζει των σπιτιών τους τοίχους
και σαν αγέρας αντιγυρίζει μονομιάς
βία, αβανιά και ψέμα

μ’ αυτό το μάτι μου θαμπό
απ’ της ψυχής το τρέμουλο
και με τα χέρια απόκοσμα
ομπρός μου απλωμένα,
τυφλοπατώντας άβουλα
μες στα στενά του μόχθου

ψάχνω φθόγγους
και ψάχνω αριθμούς
να γράψω το όνομα μου.


                 [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]