ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΜΟ 3



Το ναυάγιο της Πάρου 





Συναντιόταν τότε ακόμη η παρέα μας στον καφενέ, όταν έγινε το φοβερό ναυάγιο του «ΣΑΜΙΝΑ» στην Πάρο.

Κανείς μας δεν είχε αξιωθεί ποτέ την Πάρο από κοντά της. Αλλά δύο μάρτυρες που έζησαν το γεγονός, έτυχε, ήρθαν κι έκατσαν στον καφενέ μας εκείνες τις μέρες και μας διηγήθηκαν αυτά που είδαν και που άκουσαν.

Ο πρώτος μάρτυρας μας είπε την ιστορία ως εξής:


«…μαζεύτηκαν τότε μονομιάς καμπόσοι παριανοί αντίκρυ απ’ το ναυάγιο και φωνάζαν θυμωμένοι. Φωνάζαν στους ναυαγούς πως η Πάρος είναι μόνο για όσους έχουν αίμα παριανό και τιμή παριανή.

»Ούτε εμείς φταίμε που ναυαγήσατε, τους έλεγαν, ούτε και μας ζητήσατε την γνώμη.

»Κι όσους ναυαγούς μπόρεσαν να φθάσουν ψυχοδαρμένοι στην στεριά, άλλους τους ξυλοκόπησαν, άλλους τους μαχαίρωσαν και πολλούς τους πέταξαν πίσω στην θάλασσα.

»Για να μάθουν έλεγαν, και οι άλλοι ναυαγοί αν το ‘χουν βάλει στο μυαλό να βγουν στην ακτή μας, ότι η Πάρος είναι μόνο για τους παριανούς. Δεν δέχεται απρόσκλητους και λαθραίους, ούτε και θέλει παρείσακτους ξένους να τρώνε το λιγοστό φαΐ των παιδιών της.

»Άλλοι πάλι παριανοί, στεκόταν στην ακτή και έλεγαν στους ναυαγούς τα λόγια τούτα:

»καταλαβαίνουμε την δυστυχία σας και πονάμε με ό,τι περνάτε. Αλλά η Πάρος είναι μικρή και τα βγάζουμε πέρα δύσκολα. Είσαστε πολλοί και δεν μπορούμε δα να μαζεύουμε εδώ τον κάθε ναυαγό, γιατί τότε θα μας πλακώσουν όλοι οι ναυαγοί του κόσμου.

»Διαμαρτύρονταν επίσης αυτοί οι παριανοί στον δήμαρχο της Πάρου, ότι δεν φυλάει σωστά του νησιού τα σύνορα. Κι έλεγαν ακόμη πως δεν φταίνε οι ναυαγοί που πασκίζουν να βγουν στην στεριά, αλλά το λιμενικό που αδρανεί και δεν τους στέλνει όπως κάνουν κι αλλού, πίσω στο ναυάγιο».


Αυτά μας είπε ο πρώτος μάρτυρας.
Ο άλλος μάρτυρας όμως μας διηγήθηκε την ίδια ιστορία, ωστόσο διαφορετική:


«…Με το που έγινε γνωστό ότι ναυάγησε κοντά στο νησί τους πλοίο, ξεχύθηκαν μεμιάς οι παριανοί να βοηθήσουν. Τι ότι, έτσι είχαν μάθει απ’ τις παραδόσεις τους να αντιδρούν σε τέτοιες περιστάσεις.

»…άλλοι με καΐκια, άλλοι με ψαρόβαρκες και κάποιοι πέφτοντας στη θάλασσα, σπεύσανε κοντά στους ναυαγισμένους. Γιατί νησιώτες από πάντα αυτοί, το ‘χαν βαθιά μες στην καρδιά και στη σκέψη τους, πως δεν υπάρχουν ξεχωρισμοί μες στα ναυάγια και πως είτε ξένος είτε παριανός, ο ναυαγός θα είναι πάντα ο αδελφός που θαλασσοπνίγεται.

» Φώναζαν: κανείς δεν θα χαθεί! Κανέναν δεν θα μας πάρει η θάλασσα! υπόσχονταν μεταξύ τους. Είναι, έλεγαν, και ζήτημα τιμής για μας και για την Πάρο.

»….ώρες και ώρες πάλευαν με τα κύματα. Άλλοι να βγάζουν τους ναυαγούς κι άλλοι να τους υποδέχονται στην ακτή με μια κουβέρτα, για μια πρώτη αγκαλιά, για μια πρώτη ανάσα. Και οι άλλοι ετοίμαζαν κιόλας στα σπίτια τους στην Παροικιά, το κρεβάτι το ζεστό με το ψωμί το γλυκό και το κρασί το καλύτερο. Για να πάρει χρώμα και πάλι η ψυχή των κατατρεγμένων.

»Γιατί καταπώς πίστευαν και οι παλιοί θαλασσομάχοι παριανοί, ο ναυαγός δεν είναι ποτέ ούτε θασιός , ούτε ροδίτης, ούτε δικός, ούτε μεμέτης. Ο ναυαγός είναι πάντα ο Αϊ Νικόλας που σου χτυπάει την πόρτα σου».


…αυτές τις δύο ιστορίες, τις τόσο διαφορετικές, μας ιστόρησαν οι δύο μάρτυρες. Κι εμείς στον καφενέ μη ξέροντας πια, μιας και την Πάρο δεν την αξιωθήκαμε ποτέ από κοντά της, απομείναμε για μέρες όλο να το συζητάμε κι άκρη να μην βγάζουμε: να ‘ναι κάποια απ’ τις δύο μαρτυρίες μαθές αληθινή;
Και ποια στο τέλος να πιστέψουμε;

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 [Βερολίνο, Νοέμβρης 2012]