Σε λένε πόρνη



Νεφέλη της φωτιάς και του νερού
μιας πικραυγής σβησμένο κρίνο,
μικρή πουτάνα της βροχής
της βρισιάς, της ψευταγάπης,
αίρεις μα δεν το ξέρεις
τις κρυφές ουρές των ανθρώπων.

Για εσένα πέσαν οι μοχλοί
εσένα δέσαν οι ιμάντες.
Μια μηχανή εσύ έξω απ' τον χρόνο

καρφωμένη, κέρινη
να ασβολώνει ο γδυρμός
σεμνών νοικοκυραίων.
Κόρη αλατένια, ποθεινή
προπληρωμένο σφάγιο
σε δημόσια βιαστήρια.

Άναψε πάλι κόκκινο
το αιμάτινο φωτάκι των νεκρών
στην πόρτα της Γεθσημανής σου
και να, κυρτώνουν τα μάτια μου.
Ως ν' αγρικώ σωπαίνοντας
μες στο σμιγάδι των ορμών
την εύθραυστη σιγή σου
κι ως ασκητής να ασπάζομαι
το σιδερένιο σου πρόσωπο.

Ύλη σεπτή το δάκρυ σου
που θάλπει τα εγκόσμια,
αγάπη αλατόμητη
σε σπαραγμένα στήθη.
Υψώνεσαι και ορίζεις
το νάμα του αμνού
μα απ' τους βωμούς των εστιών
θα είσαι πάντα απόβλητη.

Λευκό πουλί της οιμωγής
συγχώρα με το χάραμα
στην βασιλεία των λυγμών σου
πάντα σου στάθηκα μακριά
πάντα εξ' αριστερών σου.
Αλλόφυλοι οι φόνοι μου
στην κάθε μου στιγμή
κι εσύ ήσουν στόχος άπλερος.

Τώρα τραβάς για το κενό
και το αργυρό τετέλεσται
να λάβεις ως αντίδωρο
τριάκοντα σουδάρια
και μία πέτρα στιβαρή
για Αχερουσία πύλη.

Μην προσδοκάς ανάσταση,
αρκεί ο θάνατος σου.

Θυμήσου,
οι άνθρωποι αποστρέφονται
με κλήρο όσους διάλεξαν
να πιουν την ενοχή
και την οσμή του Κάιν
να κρύψουν στην θυσία τους.

Σε λένε πόρνη 

αλλ' εγώ
θα σε ονομάζω Πιετά.

Και στο κατόπι σου θα ανθίζω.
                                

                                 .[Σείριος, Οκτώβρης 2008]