ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΜΟ 2



(Σχόλιο που αναρτήθηκε στο site ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΤΕΧΝΗ”)

Η ανάλγητη “κούραση αυτών που μόνο κρίνουν και γκρινιάζουν”…

Όταν δω τους καλλιτέχνες τους πολυαγαπημένους, με τα ονόματα τα ιερά και τα πρόσωπα που φέρνουν ρίγος και μόνο σε ένα του βλέμματος αγνάντεμα,

όταν τους δω οργισμένους αρχαγγέλους του ωραίου και του αξιοπρεπούς, να γυρνάνε στις γειτονιές, μέρα τη μέρα, κάθε βδομάδα, κάθε μήνα κι αν χρειαστεί για χρόνια,

όταν τους δω πόρτα την πόρτα να τραβάνε κατά κει που οι ψυχές έχουνε μαραθεί από την μπάλα και το σκυλάδικο. Εκεί που το πύον και το σμήγμα των μεσημεριανάδικων αλώσαν προ πολλού το βλέμμα και το θάμα των άμποτε «απλών ανθρώπων του λαού»

(Και τους παρέδωκαν στην σφήκα και στο ξινόχορτο)

Όταν τους δω να μπαίνουν σε πόρτες τυχαίες και ισχνές, σε σοκάκια βρωμερά, φτωχικά ή και νεόπλουτα και να φωνάζουν προς τα μπαλκόνια κατά του άσχημου και του ρηχού 

(και του πικρά από τους πιο πολλούς επιλεγμένου)

Και όταν τους δω –μικρούς Χριστούς- να εισπράττουν «αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου» για όσους επιλέξαν το φτηνό. Και ν' αντικρίζουν αυτοί την ειρωνεία και την βρισιά από τον κάθε αδελφό, κόρη, γείτονα και μάνα. Και ν' αντικρίζουν αυτοί τις λέξεις τις πικρές και την βία των τρελαμένων,

κι όταν τους δω κόντρα στο μένος και το άγος των άγριων αισθημάτων, αυτοί να κρατούν, ν' αντέχουν και να προχωράνε. Και λίγο λίγο, πόντο πόντο, να κερδίζουν πότε εδώ, πότε εκεί, με το καθεμέρα, με το καθεώρα και να μετρούν ξαναναμμένες ψυχές, ακόμη μία, ακόμη μία,

τότε κι εγώ θα ελπίσω.

                                                                                                                           [Σείριος, Μάρτης 2008]