Τραγούδι 3



Απόσωσα στ' ανήλιαγο σοκάκι
τα τραίνα πάντα βλέπω να περνούν
κι αυτοί που στους σταθμούς τα καρτερούν
χαμήλωσαν τα βλέμματα και στάθηκαν λιγάκι.

Κι αν είναι του μυαλού αυτό παιχνίδι,
ο πόνος που μιλάει στον λογισμό
της νιότης ακολούθησα πιστά τον ορισμό
γλυκό που δεν το χόρτασα κι ατέλειωτο ταξίδι.

Ασήμωσα τους άνεμους να πάρω τη ματιά τους
και μάζεψα στις χούφτες μου τα λόγια σαν βροχή
του απέραντου κι αν ένοιωσα την κρύα φυλακή
τα σύννεφα αδελφώθηκα κι ανάντισα σιμά τους.

Κι αν είναι της ζωής αυτό τραγούδι,
μια αύρα που γλυκαίνει τον καημό
γονάτισα και σώπασα ν' ακούσω τον λυγμό
που φέρνει απέ του έρωτα και της χαράς το χνούδι.

                                                [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]