Η μπάντα


 


Η μπάντα των μικρών παιδιών προχωρούσε.

Όλη η πολιτεία μια αποφλοίδα σημύδας
το αίμα παγωμένο στα περβάζια
και τα τραγούδια των γέρων
όμορφα από καιρό,
χόρευαν ξεραμένα
στους έρημους βάλτους.

Ο κουρνιαχτός των ημερών
ποδοβολούσε στον ορίζοντα.
Τράνταζαν οι κόρες των ματιών μας
κύρτωνε στο διάβα η ερημιά
κι έδιωχνε απ' τις αλήθειες την ελπίδα.

Η μπάντα των μικρών παιδιών
πέρναγε στο βάθος τα σοκάκια.
Να ο μικρός τυμπανιστής
ανάμεσα στους πρώτους,
κρατάει τον ρυθμό και πάει...

Στις γρίλιες των δρόμων έχασκαν φύκια
τα ξύλινα παγκάκια στάχτη δακρύζοντας
αγκύλωναν νόστους κραταιούς.
Στα ύποπτα σύννεφα φλέγονταν
ο μέλανας χορός και το ξύδι.

Ήταν παράξενες εκείνες οι ώρες.
Ένας βρυχηθμός
της μνήμης μέσα στο σύθαμπο,
η σκέψη απόδρασης μέσα στο άζωτο
και πάλι, ένα πουλί που ανοίγοντας
τα φτερά του και μένει.

Η μπάντα των μικρών παιδιών
σε σειρά στα στενά κελαηδούσε.
Να η ναζιάρα η Αργυρώ
με το ωραίο της φλάουτο,
χαμογελάει και παίζει...

Ο καπνός των χαλασμάτων φώτιζε

τα υμέναια πρόσωπα,
σπιθαμή λύπης άλικης για να σταθείς
πάνω στο ξίφος.
Παντού χαμόγελα και τερηδόνα πολλή
γύρω από τις λέξεις.

Στρυφνή πανδουρίδα γελούσε στα δάση

κι ο ορμαθός της σήψης σαΐτωνε
το φως.
Μιας ανείπωτης πέτρας το ξέσπασμα έρεε
στα κλειστά δάκρυα των χεριών
και στο χνούδι.

Η μπάντα των μικρών παιδιών
σαν τσιρίδα μυρτιάς προχωρούσε.
Να ο αρχηγός ο Παντελής
να κι ο χαζός ο Λιάκος,
με τα κοντοπαντέλονα...

Στο γέρμα του απόβραδου 
καλπάζαν άσπρα άλογα
και στρατεύματα χαλκέντερα
με εμβατήρια πρόστυχα 
και αραβίδες μπιστικές
περνούσαν για αιώνες
έξω από την πόρτα μας.

Έπαιρναν τότε φωτιά τα γηραιά ναυάγια
αργοπυρώναν οι ακτές
και στου Θεού το πρόσωπο 

γρίφος στικτός:
ποιο να 'ναι εκείνο το ποίημα
που το ρίχνεις στα θεμέλια
και εκρήγνυνται κόσμοι;

Μα η μπάντα των μικρών παιδιών
με μαρς χαρωπό προχωρούσε.
Να η Μαρία, να η Φωφώ
ο Νικόλας και η Τασούλα,
φυσούν μες στις τρουμπέτες τους...

Ας ήταν.

Ο χρόνος κυλούσε θρασύς,
έτσι πάντως ελπίζαμε. 
Κι αυτό θα περάσει.
Δεν μπορεί, δεν είν' το αίμα μας,
ας κυλήσει.
Στην παλιά ρεματιά, στον νεραϊδόμυλο
ας κυλήσει.
Εμείς δεν θα 'μαστε ποτέ. 
Ευλογημένος ο Ερχόμενος.

Και η μπάντα των μικρών παιδιών προχωρούσε.

Να ο μικρός τυμπανιστής
ανάμεσα στους πρώτους.
Με το κομμένο του ζερβί
κρατάει τον ρυθμό και πάει.
Να η ναζιάρα η Αργυρώ
με το ωραίο της φλάουτο
και την σφαίρα
ανάμεσα στα μάτια.
Χαμογελάει και παίζει.
Να ο αρχηγός ο Παντελής,
να κι ο χαζός ο Λιάκος,
με τα κοντοπαντέλονα
και τα λειωμένα πόδια.
Να η Μαρία, να η Φωφώ,
o Νικόλας και η Τασούλα.
Φυσούν
μες στις τρουμπέτες τους
βγαίνει το αίμα από το στόμα.

Ήμασταν όλοι μας
εκεί
παρόντες στους αιώνες.
Χειροκροτούσαμε, ναι,
βλέποντας τούτο που ήμασταν
να φεύγει μακριά μας...

H μπάντα των νεκρών παιδιών προχωρούσε.

 
                                                    [Σείριος, Νοέμβρης 2008]