Τραγούδι 6



Οι φίλοι γίναν σύννεφα

απλώσανε πανιά και πάνε,
στου ονείρου τις πλαγιές μισέψανε
κοιτούν ξοπίσω, χαιρετούν
κι όλο γελάνε...

Στα ίσια παραβγαίνουν τους αγέρηδες
πάνω απ' τις θύμισες πετάνε,
των χρόνων οι πληγές το μόνο βάρος τους
μια στάλα δάκρυ συγκρατούν
κι όλο γελάνε...

Οι φίλοι γίναν θύμισες
σαν φύλλα μες στο χθες σκορπάνε,
τον δρόμο μου θαρρείς τον μοίραναν
σφιχτά το χέρι μου κρατούν
κι όλο με πάνε...
 
                         [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]