Διαδρομή


Μάζεψα στον άνεμο πνοές

φωνές μικρών πουλιών
και χυμούς ευωδιαστών ερώτων
απίθωσα τυφλός
πάνω στο χαμηλό θυσιαστήρι.
Μήνες μετρώντας έντεκα
στα ηλιοτρόπια της λήθης
τον μόσχο τον χρυσό εγκολπώθηκα
τις κουκουβάγιες τις ευτραφείς
των πρυτανείων εκέλευσα.

Απόρησα.
Πώς χώρεσε το μέγα πλήθος
σε μια σκλήθρα ουτοπίας;

Ζύμωσα
με θυμάρι και αγιόκλημα
οπτασίες άλαλων παιδιών
στα καλντερίμια.
Έπλασα ψωμί γλυκό της ξεγνοιασιάς
-σώμα και αίμα Διονύσου-
προσφορά στον εσπερινό
κάποιου μαρτυρίου
μακρινού και ακατάληπτου.

Μιας μεταπολίτευσης 
τα άστρα εμέτρησα
στα πολύγωνα, πολύφρακτα 
σκαλοπάτια,
στις πλαστικές ιριδίζουσες αψίδες
και στους κίονες
με τις τραχιές χαραγματιές της ιστορίας.

Ένοιωσα.
Οι στρατιές των αθώων ριγώντας
παλιννοστούσαν στο εξαγνισμένο έρεβος. 

                               [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]