Αι γενεαί πάσαι


Χώμα εύφορο

και στάχτη στιλπνή
φερμένα από τις εσχατιές
του χρόνου.

Σπόρος και έρωτας
διάτρητες οσμές
ονειρεμένων τόπων
Όνειδος ελπίδας
σε στίγμα χαράς.

Η μοίρα ανύπαρκτη.
Ο κυκεώνας των στιγμών δικαιωμένος
του αβέβαιου θάμπωσε
την άφθαρτη όψη.

Κι αχολογούν τα τέκνα
της πολύπαθης αυγής
των σωμάτων η κλαγγή
καθώς σιμώνει.

Μια εξέγερση. Μία σιγή.
Μια μεγάλη αρμαθιά από σκοτωμένους.
Στο ξόμπλι της υφάντρας
που την φώναζαν αλκή
κεντάει χαρωπός ο θάνατος.

Ερημιά,
συρίγγιος βρυχηθμός των γεγονότων
σαν άλλος χορός των αμπελιών
πάνω στην υψικάμινο.

Σπονδές,
στην διάφανη πληγή
λωλού φτενού
Απρίλη.

                                                   [Χαμολιά, Απρίλης - Ιούνης 2005]